στασιάζω

στασιάζω восставать; устраивать противостояние, мятеж

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "στασιάζω" в других словарях:

  • στασιάζω — to be at variance pres subj act 1st sg στασιάζω to be at variance pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στασιάζω — στασιάζω, στασίασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • στασιάζω — ΝΜΑ [στάσις] (αμτβ.) εξεγείρομαι, επαναστατώ μσν. αρχ. 1. ερίζω, φιλονικώ («ὃς βασιλεύσας πρῶτα τοῑσι ἑωυτοῡ ἀδελφεοῑσι ἐστασίασε», Ηρόδ.) 2. (για πολιτείες ή για οργανισμούς σαν την Εκκλησία) διχογνωμώ, συγκλονίζομαι από φατριαστικές έριδες… …   Dictionary of Greek

  • στασιάζω — [стасиазо]р. (μτβ.) побуждать к восстанию, (αμτβ.) поднимать восстание, восставать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • στασιάζω — στασίασα, κάνω στάση, εξεγείρομαι εναντίον έννομης τάξης: Οι στρατιώτες του Α’ συντάγματος στασίασαν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • στασιάζετον — στασιάζω to be at variance pres imperat act 2nd dual στασιάζω to be at variance pres ind act 3rd dual στασιάζω to be at variance pres ind act 2nd dual στασιάζω to be at variance imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στασιάζεσθε — στασιάζω to be at variance pres imperat mp 2nd pl στασιάζω to be at variance pres ind mp 2nd pl στασιάζω to be at variance imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στασιάζετε — στασιάζω to be at variance pres imperat act 2nd pl στασιάζω to be at variance pres ind act 2nd pl στασιάζω to be at variance imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στασιάζῃ — στασιάζω to be at variance pres subj mp 2nd sg στασιάζω to be at variance pres ind mp 2nd sg στασιάζω to be at variance pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στασιάσουσι — στασιάζω to be at variance aor subj act 3rd pl (epic) στασιάζω to be at variance fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) στασιάζω to be at variance fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στασιάσουσιν — στασιάζω to be at variance aor subj act 3rd pl (epic) στασιάζω to be at variance fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) στασιάζω to be at variance fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.